Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

[άβελ]-Ταφ είπε: εντάξει κι οχι απαραίτητα καλά

θα έλεγαν ότι κάνει πίσω
και μετά θα έπρεπε να τους πείσει ότι δεν τα παρατάει.
και δεν ήταν αυτό  το θέμα,
κι ούτε κι εκει το ψέμα.
άλλωστε ο ίδιος έμεινε κι ο άλλος στάθηκε στο πεζοδρομιο στη γωνια.
ήταν η μέρα που του φώναξε από απέναντι να προχωρήσει:
''σπάσε κανά τζάμι ,κλέψε κανά αυτοκίνητο ή τουλάχιστον κόψε το δεξί σου χέρι.
τα χρυσόψαρα θυμούνται καλύτερα απο σένα αλλά οι ελέφαντες ξεχνάνε πιο γρήγορα απ' ό,τι εσύ.
κι αν δεν μπορέσεις ούτε το πεζούλι να κατέβεις σκύψε,σήκωσε τη σιδεριά του υπονόμου ,κλείσε τη μύτη, βούτα και άντε μου και στο διάολο.
και μην ξαναμιλήσεις αν δε θες
μέχρι να ξαναθυμηθεις πώς να θυμάσαι και να ξεχάσεις να ξεχνάς.
 και να 'σαι εντάξει κι όχι απαραίτητα καλά.''

κι όλο φοβάται πως άνθρωποι που κόβουνε το χέρι τους δεν ειναι πάντα τυχεροί για να ξαναφυτρώνει
γιατί δεν ειναι εντάξει κι όχι απαραίτητα άτυχοι


λοιπόν ,κοίτα..
κάτι ήθελα να πω αλλά το ξέχασα
κοίτα να γράψεις την πρώτη λέξη πριν τραυλίσω
σε λίγο καιρό θα κόψω το δεξί μου χέρι
και θα τραγουδάω ύμνους εις την ελευθερίαν
παράτονα και φάλτσα
και με ένα χέρι
   και θα 'μαι εντάξει κι όχι απαραίτητα καλά



[άβελ]-Ταφ




Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

[άβελ]-Ταφ είπε: 4:17



κάθε ξημέρωμα στις 4:15 ένα αυτοκίνητο
           κορνάρει κάτω απ' το σπίτι του.
   
     άργησε σήμερα    δύο    λεπτά.



[άβελ]-Ταφ




Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

[άβελ]-Ταφ είπε: κο υ ράζ ε τ αι


        δεν έχει πόδια

     ούτε χέρια
ένα μυρμίγκι στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του
το σκότωσε με το μεγάλο δάχτυλο του χεριού του

άντε να 'χει ένα δάχτυλο δηλαδή..δύο..
θ'απλώσει το κάρβουνο στον τοίχο και με τα δύο.
κουράζεται όταν αναλώνεται

θα σου μάθω εγώ ελληνικά
 χωρίς τελείες
έβαψε τον τοίχο τουλάχιστον γιατί δε βάζει κανένα χρώμα γιατί λερώνει τα δάχτυλά του και τι παπούτσια είναι αυτά γιατί ξεχαρβαλώνει το κασετόφωνο τι δουλειά έχει η κεραία στη  λεκάνη και μην ξαναβροντήξεις την πόρτα!



ξέρεις είναι που κοντά στο σπίτι του βρίσκεται το τέλος του κόσμου
κοντά στο σπίτι του σκάβουν τα πεζοδρόμια
χτυπάνε την πόρτα διακριτικά,ρωτάνε
να σας σκάψουμε κι εσάς λίγο τα πατώματα ή έστω τα κεφάλια;
τι να τους πεις;
ξέρετε όποιος κατάφερε να περάσει τα 20 του χρόνια και είναι ακόμα ζωντανός..θέλω να πω ..λένε πως τα μηδενικά στις ηλικίες γίνονται τρύπες
  και κλείνει την πόρτα μ' αυτές τις λέξεις


ξέρεις είναι κι ο νόμος με τα ψάρια  κ όλα περί δικαιωμάτων που είναι ένα κατασκεύασμα κι άλλωστε π οι ος σ κότ ωσ ε πο ιο ν;!

       δε θα κάτσει να το συζητήσει περισσότερο


    στο στήθος του φασίστα ταιριάζουνε λουλούδια λόλεκ
    


[άβελ]-Ταφ



Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

[άβελ]-Ταφ είπε: and even if it's sunday may i be wrong [e.e.c]

ένας χειμώνας είναι δύο φθινόπωρα.
και μία άνοιξη είναι μισός χειμώνας. ή μισό καλοκαίρι.
                                       ή μισός χειμώνας;

είναι αντίστοιχο με το μισοάδειο ή μισογεμάτο ποτήρι
      ή το μισοάδειο ή μισογεμάτο φεγγάρι
   ή το μισοάδειο ή μισογεμάτο κεφάλι

μισογεμάτοι ή μισοάδειοι λοιπον;
 μισογελάτε ή μισοκλαίτε λοιπόν;
αν μισογελάτε τουλάχιστον αδειάστε τελείως τα ποτήρια
τα ποτήρια του καφέ
αδειάστε τα πάνω στα βιβλία με μια άγαρμπη κίνηση,
ακούστε 10 με 12 ραδιόφωνο,αφήστε σκορπισμένα τα παπούτσια των περαστικών στο πάτωμα,τις μπλούζες τους και ό,τι λέξεις περισσέψουν.κάποιοι θα καπνίζουν σαν τον gainsbourg,κάποιοι θα γελάνε δυνατά,κάποιοι θ' ακούνε την ίδια ώρα ράδιο,κάποιοι θα πίνουν σκέτο τον καφέ κι άλλοι θα συρρικνώνουν με την ανάσα τους τ' αρνητικά παλιών φωτογραφιών.
να μάθετε αγγλικά διαβάζοντας cummings

the people are in their houses 
the frail man is in his bed 
the city sleeps with death upon her mouth having a song in her eyes
the hours descend, putting on stars….
in the street of the sky night walks scattering poems

δε θες ν' ακούσεις την προφορά μου ,γιατί δε θ' ακούσεις τα λόγια του
κι ενώ ό,τι λυρικό σ' αφήνει τουλάχιστον αδιάφορο 
γαμημένες νερατζιές
 νερατζιές νερατζιές σ' όλο το κέντρο
και πορτοκαλί φώτα τα βράδια
και μες στο πλήθος στο μετρό δε με νοιάζει που όλοι τρέχουν,μου αρκεί που μπορώ να ξεχωρίσω τα παπούτσια σου



[άβελ]-Ταφ

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

[άβελ]-Ταφ είπε:


-το μεσημέρι έκλεινε τα πατζούρια
έπαιρνε στα χέρια του ένα μάυρο μαρκαδόρο,
κατευθυνόταν προς τον απέναντι απ' το παράθυρο τοίχο
και ανάμεσα στο φως του ήλιου που έμπαινε απ' τις γρίλιες
χρωμάτιζε τις αφώτιστες ρίγες.
στο τέλος έκλεινε το φως και το μελάνι
μέσα σε οβάλ περιγράμματα με φτερά
κι ο ήλιος έπεφτε κι οι μέλισσες ανέβαιναν..
..ο ήλιος έπεφτε κι οι μέλισσες ανέβαιναν
-και τελικά πώς πέθανε;
-λένε πως κάποια νύχτα μες στον ύπνο του
πνίγηκε με το καλώδιο απ' τ' ακουστικά του


[άβελ]-Ταφ


Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

[άβελ]-Ταφ είπε με άμμο στα δόντια:



 κάποτε δεν είχε στο μυαλό του πανικό
 και περπατούσε έχοντας το ίδιο μήκος και στα δυο του πόδια.
και δεν είναι που το αλλόκοτο βάδισμα τού γδέρνει το κεφάλι,
μόνο που λιώσαν τα παπούτσια του κι ούτε που χάρηκε για τη συνήθειά του.
 ‘’σκάλες ,σκάλες’’ μονολογεί ‘’τα σχήματα για να μπερδεύω’’.
και όλα μέσα του γυρνάνε
κι όλα απ’ έξω του περνάνε

και μπαίνει μαζί τους σε μπαρ συνοικιακά.
παρκάρει τους αγκώνες στην πιο πρόσφορη επιφάνεια,
-να βολευτώ στην άμμο σου μέχρι να βγάλω τη δικιά μου;
-ένα λεπτό να βγάλω τα γυαλιά μου..

και κάπως έτσι ξεκινάνε..
χώνουνε κι οι δύο τα χέρια τους στις τσέπες και τα βγάζουν κρατώντας χώμα..όχι χώμα..άμμο..μάλλον άμμο..κινούμενη.
την πετάει ο ένας στον άλλον.
έπειτα τη μπουκώνουνε ,τη μασάνε και τη φτύνουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου.
πάει να μιλήσει ''έχεις ιδ..'' 
την πασαλείβουν σπαστικά και άγαρμπα
ο ένας στη μούρη του άλλου, πριν τους τραβήξει.
ο ένας στη φάτσα του άλλου ,για να μην τους τραβήξει.
''έχεις ιδέα με τι παλ..φτου..με τι παλεύει;'' 
 κι έπειτα την συγκεντρώνουν και την ξαναφτύνουν..και τώρα είναι χώμα..όχι..λάσπη..μάλλον λάσπη..στατική 

και κάπου εκεί θα κοιταχτούν κι ίσως μετά γελάσουν, στρώνοντας τις ζαρωμένες άκρες των ματιών τους κι εκείνη τη γραμμή ανάμεσα στα φρύδια.
κι ίσως μετά αναμασήσουνε τις άμμους απ’ τις τσέπες τους,
ίσα μέχρι να στεγνώσουν από κείνο τον ανεμιστήρα που παλεύει στη γωνία,
ενώ του απαντάει με τα χείλια σχεδόν κολλημένα μπροστα απ' τους έλικες
που αλλοιώνουν τη φωνή του: ''μ' άμμο κινούμενη, κινούμενη άμμο''.
κάνει ένα βήμα πίσω και χαζεύει τον ανεμιστήρα ,
μέχρι να πεταχτεί διαλυμένος κι αυτός σε κάποιο πορτογαλέζικο στενό, σκέφτεται.
κι έπειτα βγαίνει απ' τα μπαρ με τα λιωμένα αθλητικά του λερωμένα
και στρίβει στις γωνίες,
μ’ αυτό τον περίεργο τρόπο που στρίβουν πάντα τα λεωφορεία.
και είναι χώμα πια ..μόνο χώμα.. άστατο κι αποσταγμένο

και μονάχα κοιτάει τώρα
γιατί είναι σίγουρος..
είναι σίγουρος πως στην αθήνα υπάρχουν παντού τέτοια πορτογαλέζικα στενά με ξεχαρβαλωμένους ανεμιστήρες, που γεννούν φωνές ρομποτικές..   



[άβελ]-Ταφ 

[κάιν]-Νι είπε:



Σήμερα έβρεξε. Φθινώπορο επιτέλους . Στάζουν από τα φύλλα οι σταγόνες και το χώμα μυρίζει όμορφα. Φοράς το τζιν σου το μπουφάν. Σου πάει πολύ. Έχει ψύχρα.
Πίνεις ζεστό καφέ, ελληνικό. Το σπίτι γεμίζει από μυρουδιές. Μα δεν είναι όπως πριν. Οι κούτες στιβαγμένες σε περιμένουν. Λίγα έμειναν ακόμη. Δεν βιάζεσαι. Έχεις ακόμα χρόνο. Τα ράφια άδεια και και το δωμάτιο κενό. Τίποτα δεν θυμίζει το πριν.
Κάτι τελειώνει αλλα κάτι καινούργιο ξεκινάει…
Οι τοίχοι μυρίζουν φρεσκοβαμμένη μπογια. Το φως αγκαλιάζει το σπίτι.
Όλα προχωράνε… Όλα βαίνουν σωστά… Σωστά ή όχι? Θα μου πεις και τα ωραία δεν είναι πάντα σωστά. Ανοίγεις την πόρτα. Καλή τύχη.


[κάιν]-Νι

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

[άβελ]-Ταφ είπε: οι τέσσερις


ξεκίνησαν απ' την πλατεία του Μάνου Χατζιδάκι
γύρισαν όλα τα πάρκα της αθήνας
κι ενώ τους είπανε ότι οι πολλοί διαλύθηκαν 
κατέληξαν πως η ποιότητα της στιγμής είναι ανάλογη με τον αριθμό των γειτόνων που έχεις τσακωθεί

διέσχισαν μια ερημική παραλία ενώ τους πέφταν τα κρασιά και τα μαγιώ
μετρήσανε τ' αστέρια ,μετρήσανε την άμμο
κι έτσι χωρέσανε ένα καλοκαίρι ολόκληρο μέσα σε μια βασίλισσα

τώρα ακούνε μουσική με ανάποδα κεφάλια κι ενίοτε παραμιλάνε
το γιώτα για την μπλούζα που τoυ έσκισαν οι γαμημένες λέξεις
το πι για τις σκηνές που δώσανε ταυτότητα στο ξέρασμά του
το ταφ για μια κόλαση κι ένα παράδεισο
κι εκείνο το μι κάπου εκεί γύρω ισοδύναμο με αφύσικους νόμους λέξης-αντίδρασης, φυλάει τα γράμματα για τις ανάσες των ανθρώπων και τον συντονισμό τους


σήκωσαν τα ποτήρια
υπόσχεση να μη χτιστούν..
γιατί οι άνθρωποι χτίζονται απ' τους ανθρώπους
στων μπάσταρδων ματιών τα μέτρα
κι εκείνοι που γκρεμίστηκαν
γυρνάνε πια ελεύθεροι

   κι όπως ψιχάλιζε στην τέντα το κλιματιστικό του από πάνω
 ''καλό φθινόπωρο'', είπανε
  και ήπιανε..

   ..''ενός λεπτού σιγή για την τελειότητα.. ''είπε το πι
       ..των γκρεμισμένων που μελετούσαμε,εννοούσε
         άπλωσαν τα πόδια τους στα κάγκελα του μπαλκονιού
            πορτοκαλί η αθήνα μες τη νύχτα της
                                κι αυτοί χαμογελούσαν..
            
εκείνοι θα είναι η αλήθεια τους
     κι εμείς εδώ το ''αλλά'' της
                                      
           περροτουπερροτουπερροτουπερροτου

                                         


ποίηση: Pablo Neruda
μουσική: Τέρψη Κονταργύρη
φωνή: Παντελής Καλογεράκης, Τέρψη Κονταργύρη
κιθάρα: Αντώνης Κουφουδάκης,Μιχάλης Καλογεράκης,Τέρψη Κονταργύρη


''La reina'' de Pablo Neruda                                                  

Yo te he nombrado reina.
Hay más altas que tu, más altas.
Hay más puras que tu, más puras.
Hay más bellas que tu, hay más bellas.
Pero tú eres la reina.

Cuando vas por las calles
nadie te reconoce.
Nadie ve tu corona de cristal, nadie mira
la alfombra de oro rojo
que pisas donde pasas,
la alfombra que no existe.

Y cuando asomas
suenan todos los ríos
en mi cuerpo, sacuden
el cielo las campanas,
y un hymno llena el mundo.

Sólo tu y yo,
sólo tu y yo, amor mío,
lo escuchamos.






[άβελ]-Ταφ





Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

[κάιν]-Νι είπε : Κάποτε....




Κάποτε ξύπνησες,  κοίταξες γύρω σου και όλα είχαν αλλάξει.
Κάποτε έπεφτε η βροχή στο πρόσωπό σου και συ έμενες ακίνητος.
Κάποτε μοιράστηκες  τις σκέψεις σου και βρέθηκες αντιμέτωπος με μια διαφορετική πραγματικότητα.
Κάποτε είπες σ’ αγαπώ και το εννοούσες πραγματικά.
Κάποτε ήθελες να ζεις έντονα τα πάντα…, την κάθε στιγμή.
Κάποτε για σένα χαρά ήταν ότι σε πήγαινε ένα βήμα μπροστά.
Κάποτε αναζητούσες καινούργια πράγματα.
Κάποτε χαμογελούσες αυθόρμητα.
Κάποτε φώναζες για τα θέλω σου, τα διεκδικούσες.
Κάποτε γέμιζες τους τοίχους με συνθήματα.
Κάποτε ερωτευόσουν παράφορα.
Μετά μου είπες πως δεν πρόλαβες να κάνεις τίποτα.
ΤΩΡΑ, το μόνο που θες είναι η μοναξιά σου.


[καιν]-Νι

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

[άβελ]-Ταφ είπε : το παιδί με τα μπλε χαρτόκουτα από χυμό και το παιδί με την πανοπλία



το πρώτο φοβόταν τα σφυρίγματα , το δεύτερο τα σιχαινόταν..

- πόσες αμίτες μπορείς να κατεβάσεις μονορούφι; ρωτάει το πρώτο. πόσα μικρά μπλε χαρτόκουτα χυμού μπορείς να μου αρπάξεις απ’ το χέρι; ή πόσα μπορείς να κουβαλήσεις τρέχοντας ως τη γωνία που σε κρύβει απ’ τα ταξί ; πόσο δυνατά μπορείς να ρευτείς και πόσο δυνατά μπορώ να γελάσω;
- όσο επιδεικτικά μπορώ να καγχάσω. καρό ή ριγέ;
- κι όσο συχνά μπορώ να ξεχάσω. αληθινό ή σικέ;
- στις εντεκάμιση πρέπει ν’ αποφασίσεις
- δώδεκα παρά θα σου πω ότι περιμένω να στρογγυλοποιηθεί και θα δεις
- στις δώδεκα και πέντε θα ‘χει περάσει η ώρα
- μία παρά θα το ‘χω ξεχάσει
- σικέ.
- καρό.
- βουλιάζεις στις τομές του.
- χάνεσαι στο σικέ σου. 
- η ώρα;
- φοβόμουν τα σφυρίγματα κι άντεχα δίπλα σου γιατί τα σιχαινόσουν.μία, ακριβώς.

  κι είναι καιρός τώρα που δεν κρατάει πια τα μπλε χαρτόκουτα. τρυπάει την κορυφή τους με το καλαμάκι κι απλά τ’ αφήνει δίπλα του, κοιτάζοντας αφηρημένα απ’ την άλλη πλευρά. κι έτσι δεν είναι πια αστείο κι ούτε κι αυτά γελάνε.

-  την τελευταία φορά η πανοπλία σου ήταν πιο γυαλιστερή από ποτέ. σχεδόν έβλεπα τις φάτσες τους..    
 
                                 
                ..το πρώτο φοβόταν τα σφυρίγματα ,το δεύτερο τα σιχαινόταν..


[άβελ]-Ταφ